The drawings for the present exhibition and book started to come about on a winter evening of 2018, during the frenzy caused by a 40˚C fever.

The following period, additional content was created with the willingness to continue the dialog created that night between the material and the gesture, freed from the Ego. A testimony dictated by the subconscious and the manifestation of expression.

When finally a sufficient number of drawings were assembled, I felt the need to integrate them in a conceptual context, even a faint one, although nothing like that existed during their creation. It was mostly a desire for a definition, the giving of a name, rather than one for an interpretation which would explain the content and the reasons for its existence. An attempt, however, that remained fruitless, since, in a work that is born spontaneously, any additional elements can only be added in a spontaneous way. So, after some time, in a fortuitous circumstance, I started reading Paul Decharme’s text regarding the myth of Echo. The author’s analysis would not only put to rest all my previous concerns but it would also become a source of inspiration for future projects and a conjoiner with any past projects.

While writing this text I must admit that I am enticed to record and analyze accurately the correlations and the parallels with my ideas that I “found” in the story of Echo. Instead, I will opt to cite only a small extract of Decharme’s text, which functioned as a deus ex machina in this little quest, hoping that whoever wanders about the “what” and the “why” of this project, will receive the answers on equal terms with me. Of course, my position is that of the creator; however I felt more like a medium, and afterwards like a spectator of the whole project. The purpose of this small personal narration was perhaps to communicate this unusual correlation and story of contrasts in order to immerse the spectator in the project’s conditions. Or maybe not:

It is said that Echo was the loveliest virgin that was nurtured and raised by the Nymphs; she was trained by the Muses in the art of singing, the flute and the panpipe: she loved being alone and she avoided the company of gods and humans, not accepting their courtship. The god Pan was jealous of her music talent and was furious because he could not enjoy her beauty; so one day he instilled a raging madness to all the shepherds of the area and they attacked the virgin girl, tearing away her limbs and spreading them to all the corners of the world. Gaia collected and buried her remains. From this time on, Echo does not reside in a particular place but she is omnipresent. Even in her death though she retained her musical talent, her capacity to mimic and repeat all the sounds that reached her ears.*

- Αristomenis Theodoropoulos

 *Decharme P., Mythology of Ancient Greece

Τα σχέδια της παρούσας έκθεσης και βιβλίου άρχισαν να προκύπτουν μια χειμωνιάτικη νύχτα του ’18, μέσα στην φρενίτιδα που προκαλεί ο πυρετός 40˚C βαθμών.

Την περίοδο που ακολούθησε, δημιουργήθηκε επιπλέον υλικό, με διάθεση να συνεχιστεί ο διάλογος που ξεκίνησε, το βράδυ εκείνο, μεταξύ υλικού και χειρονομίας, απελευθερωμένα από το Εγώ. Μια μαρτυρία υπαγορευμένη από το υποσυνείδητο και την έκφραση.

Όταν τελικά συγκεντρώθηκε ικανοποιητικός αριθμός σχεδίων, ένιωσα την ανάγκη ένταξής τους σε ένα εννοιολογικό πλαίσιο, έστω και αμυδρά, παρόλο που κατά τη δημιουργία τους κάτι τέτοιο απουσίαζε. Ήταν περισσότερο η επιθυμία για έναν ορισμό, για την απόδοση ενός ονόματος, παρά εκείνη για μια ερμηνεία, επεξηγηματική ως προς το περιεχόμενο και τον λόγο ύπαρξής τους. Μια προσπάθεια, ωστόσο, που απέβη άκαρπη, καθώς σε ένα έργο που αυθόρμητα γεννάται, αυθόρμητα μονάχα μπορεί να προστεθεί οποιοδήποτε επιπλεόν στοιχείο. Έτσι, μετά από λίγο καιρό, σε μια τυχαία συγκυρία, βρέθηκα να διαβάζω ένα κείμενο του Paul Decharme για τον μύθο της Ηχούς. Η ανάλυση αυτή του συγγραφέα, όχι μόνο θα έλυνε τους παραπάνω προβληματισμούς, αλλά θα αποτελούσε τόσο πηγή έμπνευσης σε μελλοντικές δουλειές όσο και συνδετικό κρίκο με εκείνες του παρελθόντος.

Γράφοντας αυτό το κείμενο, ομολογώ πως δελεάζομαι να καταγράψω και να αναλύσω ακριβώς τις συσχετίσεις και τους παραλληλισμούς  που «είδα» στην ιστορία της Ηχούς με τις δικές μου ιδέες. Αντί αυτού, θα προτιμήσω να παραθέσω απλώς ένα μικρό απόσπασμα του κείμενου του Decharme, το οποίο λειτούργησε ως από μηχανής θεός σε αυτήν τη μικρή αναζήτηση, με την ελπίδα πως όποιος αναρωτηθεί περί των «τι» και των «γιατί» του έργου αυτού, θα λάβει τις όποιες απαντήσεις επί ίσοις όροις με εμένα. Σαφώς, η θέση μου είναι αυτή του δημιουργού, ωστόσο αισθάνθηκα περισσότερο σαν μεσολαβητής και στη συνέχεια ως θεατής του συνολικού έργου. Η επικοινωνία αυτής της παράδοξης συσχέτισης και ιστορίας αντιθέσεων ήταν, ίσως, ο σκοπός αυτής της μικρής προσωπικής αφήγησης, με στόχο την εμβύθιση του θεατή στη συνθήκη του έργου. Ή και όχι:

Ἡ Ηχώ, ἔλεγον, ὑπῆρξέ ποτε ὡραιοτάτη παρθένος γαλουχηθεῖσα και ἀνατραφεῖσα ὐπό τῶν Νυμφῶν, ἐκπαιδευθεῖσα δέ ὐπό τῶν Μουσῶν εἰς τήν τέχνην τοῦ ᾄσματος, τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς σύριγγος· ἀγαπῶσα τὴν μόνωσιν, ἀπέφευγε τήν συναναστροφὴν τῶν θεῶν καὶ τῶν ανθρώπων μὴ δεχομένη τοὺς ἔρωτάς τῶν. Ὁ θεὸς Πᾶν φθονῶν τὸ μουσικόν της τάλανταν, ὠργισμένος δέ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπολαύσῃ τὴν καλλονήν της, ἐνέπνευσεν ἡμέραν τινὰ μανιώδη παραφορἀν εἰς ὅλους τοὺς ποιμένας τῆς περιοχῆς, οἵτινες ἐπετέθησαν κατὰ τῆς παρθένου, κατεσπάραξαν αὐτήν καὶ διέσπειραν τὰ μέλη της εφ’ όλης τῆς γῆς. Ἡ Γαῖα περισυνέλεξε και ἐνεταφίασε τὰ λείψανά της. Ἀπὸ της ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ Ἠχὼ δὲν διαμένει πλέον εἰς ὡρισμένον μέρος· εἶναι πανταχοῦ. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν θάνατον διετήρησε τὸ μουσικόν της τάλαντον, τὴν ἰδιότητα ν’ ἀπομιμῆται καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ὅλους τοὺς μέχρι τῶν ὤτων της φθάνοντας ἤχους.*

- Αριστομένης Θεοδωρόπουλος

*Decharme P., Μυθολογία της Αρχαίας Ελλάδος, μτφρ. Ι. Οικονομίδου